Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Βιζυηνός

Παράλληλο κείμενο στο "Αμάρτημα της μητρός μου" του Γ. Βιζυηνού
Γεωργίου Βιζυηνού, "Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου".

Όπως αναφέρει ο Παν. Μουλλάς στην εισαγωγή του βιβλίου Γ. Μ. Βιζυηνός, "Νεοελληνικά Διηγήματα", στα δύο διηγήματα του Βιζυηνού οι ομοιότητες και οι διαφορές δεν περιορίζονται, βέβαια, στους τίτλους, όπου ο βίαιος θάνατος (αμάρτημα, φονεύς) συνδέεται με μέλη της οικογένειας του αφηγητή (της μητρός μου, του αδελφού μου), αλλά αρκετά πρόσωπα του πρώτου διηγήματος (Το αμάρτημα της μητρός μου), ξαναβρίσκονται στο δεύτερο, θυμίζοντας τη μέθοδο της επιστροφής των ηρώων, όπως σε ορισμένους ξένους μυθιστοριογράφους (Balzac, Zola, Proust).
Αν στο πρώτο διήγημα το κλειστό οικογενειακό κύκλωμα δίνει στο αμάρτημα της μητέρας ένα χαρακτήρα σχεδόν ιδιωτικό, στο δεύτερο γίνεται φανερή η κοινωνική διάσταση της ανθρωποκτονίας.

"Ο Βιζυηνός έχει τη θαυμαστή ικανότητα να δίνει ανθρώπους στα έργα του, ανθρώπους αληθινούς στις σκέψεις και τα αισθήματά τους. Κι όταν τους μεταγγίζει συχνά πολύ από την ευαισθησία του, το κάνει για τη δοκιμασία της ψυχής μπροστά στο πρόβλημα. Και η ψυχή τότε ή θα βγει με την υπομονή της πιο δυναμωμένη για τη ζωή πάλι ("Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου", "Το αμάρτημα της μητρός μου" ) ή δεν θ` αντέξει στη δυσκολία και τη συγκίνηση και θα ζητήσει να λυτρωθεί από την αγωνία της ζωής, αλλά χωρίς να χάσει και τότε την ανθρωπιά της ("Μοσκώβ Σελήμ").
Ευαγγέλλου Γ. Καμαριανάκη
Καθηγητού
Ο Γεώργιος Βιζυηνός
Εταιρεία Θρακικών Μελετών
Αθήναι 1961

Λαογραφικός θησαυρός στο "Αμάρτημα της μητρός μου"
Απόσπασμα από το άρθρο του Γιάννη Β. Κωβαίου με τίτλο "Λαογραφικός θησαυρός στην πεζογραφία του Βιζυηνού". Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τετράδια "Ευθύνης", τ. 29, 1988. Ο τόμος ήταν αφιερωμένος στον Γεώργιο Βιζυηνό, για τα 140 χρόνια από τη γέννησή του.

(Ευχαριστώ θερμά τον κ. Κωβαίο που με μεγάλη προθυμία δέχτηκε να το αναδημοσιεύσω στο ιστολόγιό μου).

"Από το Αμάρτημα της μητρός μου μαθαίνουμε τις λαϊκές αντιλήψεις για την έκβαση μιας αρρώστιας. Αν αυτή δεν υποχωρήσει με τα πρακτικά γιατροσόφια ή δεν επιφέρει το θάνατο, αλλά χρονίσει, τότε αποδίδεται σε υπερφυσικές αιτίες και χαρακτηρίζεται ξωτικό. Ίσως λ.χ. ο άρρωστος να πέρασε νύχτα ποτάμι, την ώρα που οι Νηρηίδες τελούσαν αόρατες τα όργιά τους, ή να δρασκέλισε μαύρο γάτο, που ήταν ο "έξω από `δω" μεταμορφωμένος.
Την ιεροτελεστία επίκλησης της ψυχής ενός πεθαμένου προσφιλούς προσώπου περιγράφει σε άλλο σημείο ο Β. Δίπλα από τον ασθενή τοποθετούν μία ενδυμασία του πεθαμένου και στα δεξιά ένα σκαμνί καλυμμένο με μαύρο ύφασμα, πάνω στο οποίο ακουμπούν ένα δοχείο γεμάτο νερό και δύο αναμμένες λαμπάδες. Η γυναίκα που πρωτοστατεί στο τελετουργικό θυμιάζει τα αντικείμενα αυτά παρακολουθώντας με προσοχή την επιφάνεια του νερού. Αν εκείνη τη στιγμή εμφανισθεί πάνω από το δοχείο μία χρυσαλίδα, που θα ακουμπήσει ελαφρώς στην επιφάνεια του νερού, αυτό σημαίνει ότι πέρασε η ψυχή του νεκρού υπό μορφήν χρυσαλίδας και οι οικείοι του πίνουν από το νερό αυτό επικοινωνώντας έτσι με τον πεθαμένο. Από το ίδιο νερό δίνουν και στον άρρωστο, τον οποίο ή θα γιατρέψει ή θα απαλλάξει από τη ζωή, καθώς η ψυχή του θα συνοδεύσει την ψυχή του νεκρού.
Πολύτιμες πληροφορίες για το εθιμικό της υιοθεσίας μας παρέχει ο Β. στο ίδιο έργο. Η παράδοση του παιδιού από τους φυσικούς γονείς στους θετούς γίνεται σε επίσημη τελετή στην εκκλησία μετά το τέλος της λειτουργίας. Ο θετός γονιός παραλαμβάνει το παιδί από τα χέρια του ιερέα και δίνει δημόσια υπόσχεση ότι θα το αναθρέψει σαν δικό του παιδί. Ακολουθεί πομπή προς το νέο σπίτι του παιδιού με επικεφαλής τον "πρωτόγερο" του χωριού, ο οποίος φτάνοντας στο κατώφλι σηκώνει ψηλά το θετό και ρωτάει τους παρισταμένους αν κανείς τους είναι πιο οικείο πρόσωπο του παιδιού από τους νέους γονείς. Αν δεν ακουστεί απόκριση, οι φυσικοί του γονείς το ασπάζονται για τελευταία φορά και αποσύρονται".

Σημείωση: Οι εικόνες με τα σκίτσα του Γ. Μανουσάκη προέρχονται από τον ίδιο τόμο του περιοδικού.

Το Γιωργί που δεν έγινε Γοργίας αλλά Γεώργιος Μ. Βιζυηνός
Γεώργιος Βιζυηνός
(το Γιωργί της Μιχαλιέσας όπως τον φώναζαν στο χωριό του όταν ήταν μικρός).

Γεννημένος στη Βιζύη (Βιζώ ή Βίζα) της Ανατολικής Θράκης, μέσα σε μια άτυχη οικογένεια, στη στέρηση του πατέρα και στη φτώχεια, γνώρισε από πολύ νωρίς την ανασφάλεια και τα παρεπόμενά της.

«Στο δημοτικό σχολείο της Βιζώς όπου φοίτησε "μετά πολλών διακοπών", όπως αναφέρει ο ίδιος, κάποιος "σχολαστικός" δάσκαλος κολλά στους μαθητές του αρχαιοελληνικά ονόματα και ταυτόχρονα τους μαθαίνει να λένε τη μηλιά "μηλέα".

"Αλλά έλα τώρα που ήρχισε μια τρομερή διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ` εγώ δεν χωρατεύω".

Ωστόσο το Γιωργί της Μιχαλιέσας μπορεί να μην έγινε Γοργίας, όπως το ήθελε ο δάσκαλος της Βιζώς , έγινε όμως Γεώργιος Μ. Βιζυηνός, όπως το ήθελε η ψυχή του, κι ας απορούσε αργότερα η μάνα του: Ο νουνός του το βάφτισε Γιωργί, και πατέρας του ήτανε ο Μιχαλιός ο πραματευτής, ο άνδρας μου. Μα κείνο, ακούς, επρόκοψε και πήρεν ένα όνομα από τα περιγραμμάτου. Και τώρα, σαν το γράφουνε μες σταις εφημερίδες, δεν ηξεύρω κι εγώ η ίδια, το παιδί μου είναι μαθές που λένε, ή κανένας φράγκος!»
Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Επιμέλεια Παν. Μουλλάς

Από δέκα χρονών ο Βιζυηνός μετακινείται από τη Βιζώ στην Πόλη, από την Πόλη στην Κύπρο, από την Κύπρο ξανά στην Πόλη και τέλος από την Πόλη στην Αθήνα.



Μικρό μικρό μ` ορφάνεψε η αλύπητή μου μοίρα,
μικρό μικρό της ξενητειάς το μονοπάτι πήρα.
(Νοσταλγία)

Τον Οκτώβριο του 1875 βρίσκεται στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας για να σπουδάσει φιλοσοφία. Από το Γκαίτιγκεν μετακινείται στη Λειψία, στην Αθήνα, στο Παρίσι. Στις αρχές του 1883 βρίσκεται στο Λονδίνο. Εκεί πρέπει να έγραψε το πρώτο του διήγημα, Το αμάρτημα της μητρός μου, που δημοσιεύεται πρώτα μεταφρασμένο στα γαλλικά στη Nouvelle Revue και μετά στο περιοδικό Εστία σε δύο συνέχειες, (10 Απριλίου 1883 και 17 Απριλίου 1883).
Επιστρέφοντας στην Αθήνα με "πλούσιον και βαρύν σάκκον ποιητικόν", είναι πια ο αναγνωρισμένος νεοέλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γράφει τη διατριβή του "Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω" και το 1885 γίνεται υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή. Συγχρόνως, για να εξοικονομεί τα αναγκαία για τη ζωή του, διδάσκει στα γυμνάσια Ψυχολογία, Λογική και Φιλοσοφία, αλλά ξαφνικά απολύεται χωρίς λόγο. "Η Ελλάς δεν ευρίσκει άρτον δια τον Βιζυηνόν, απορρίπτει μετά περιφρονήσεως τας πολυτίμους γνώσεις του".

" Όλοι οι μαθηταί εκκρέμοντο κυριολεκτικώς από τα χείλη του όταν μας παρέδιδε. [...] Ο Βιζυηνός διδάσκων ψυχολογίαν μας μετέφερε σε κόσμους ουρανίους, μας άνοιγε το μυαλό, μας εφώτιζε την σκέψι, μας κεντούσε τη φαντασία, μας ακόνιζε την κρίσι, μας ετόνωνε τον συλλογισμό[...] Είχε το χάρισμα του λόγου. Ήτο μεταδοτικός, ευφράδης, τερπνός, συναρπαστικός. Εσαγήνευε, εγοήτευε, συνεκίνει".
(Μαρτυρία Στέφ. Στεφάνου από το βιβλίο του Βαγγ. Αθανασόπουλου, Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού.)

Ο Βιζυηνός όμως, όπως έγραψε ο Παλαμάς, "έμεινε στο μέσο του δρόμου του", πέθανε νέος. Μια αρρώστια, που ήταν μάλλον παλιό κατάλοιπο κάποιας άτυχης ερωτικής επαφής κατά τη διαμονή του στη Γερμανία, αρχίζει να τον βασανίζει. Παρά τη θεραπεία που έκανε πηγαίνοντας στα λουτρά στο Gastein στις Κεντρικές Άλπεις της Αυστρίας, η υγεία του δεν βελτιώθηκε. Βρίσκεται σε μια παραφορά. Μέσα απ` αυτή την παραφορά ξύπνησε και ο έρωτας του για τη νεαρή Μπετίνα Φραβασίλη. "Μικροσκοπική αλλά γλυκυτάτη" η Μπετίνα, με την αιθέρια ομορφιά, τις ευαισθησίες και την πνευματικότητα που εξέπεμπε, ενέπνευσε τον κορυφαίο ζωγράφο Νικηφόρο Λύτρα. Η ελαιογραφία του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ποικίλη Στοά.
Και από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου...
(στίχοι φρενοκομείου)

Ο Γ. Βιζυηνός πέθανε στις 15 Απριλίου του 1896, στο Δρομοκαΐτειο φρενοκομείο όπου έμεινε έγκλειστος τέσσερα χρόνια, "συνεπεία μαρασμού, τελευταία περίοδος προϊούσης γενικής παραλύσεως". Η μάνα του, η οποία "έμεινε ορφανεμένη απ` όλα της τα παιδιά", το μόνο που μπορούσε πια να κάνει ήταν να τα θυμάται και να κλαίει. Από το πολύ το κλάμα άρχισε σιγά - σιγά να χάνει το φως της, μέχρι που τυφλώθηκε εντελώς. Έζησε τυφλή δώδεκα χρόνια κοντά στη νύφη της, τη χήρα του μικρότερου γιού της, του Μιχαήλου και πέθανε το 1907, δεκαπέντε χρόνια μετά την παραφροσύνη του Γιωργή της και το θάνατο του Μιχαήλου της.

Βιβλιογραφία:
Γ. M. Βιζυηνός ς, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμέλεια Παν. Μουλλάς, Αθήνα 1986.
Αθανασόπουλος, Β., Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού, Αθήνα 1992, Καρδαμίτσα.



Το πολύ όμορφο βίντεο είναι δωρεά από τον Διονύση.


Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)
Βιζυηνός Γεώργιος, ξυλογραφία

Γεννήθηκε το 1849 και πέθανε στα 45 του χρόνια έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο. Η σύντομη ζωή του ήταν ένα μεγάλο ταξίδι. Ξεκίνησε μικρός από το φτωχό χωριό του, τη Βιζύη της ανατολικής Θράκης, γεμάτος όνειρα για τη ζωή, θέλοντας να φτάσει ψηλά. Η ανάγκη της επιβίωσης τον έριξε παραγιό σε ραφτάδικο της Πόλης.

Ήμουν φτωχός, χωριατόπαιδο από τη Βιζώ της Θράκης. Ο πατέρας μου ήταν πραματευτής. Κι έμεινα ορφανός από τον πατέρα μου σε ηλικία πέντε χρονών. Έκτοτε σε όλη μου τη ζωή τη μορφή του προστάτη πατέρα αναζητούσα...

Πεθαίνοντας ο ράφτης και κλείνοντας το ραφτάδικο κατάφερε να ξεφύγει από κείνη τη "φυλακή". Πήγε στην Κύπρο, σε ηλικία 18 ετών και αρκετά μορφωμένος. Στη συνέχεια βρίσκεται ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Φεύγοντας από `κει εγκαθίσταται στην Αθήνα και γράφεται στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου της Πλάκας. Το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη φιλοσοφία σε ονομαστά Πανεπιστήμια της Γερμανίας και της Αγγλίας. Με τις ακαδημαϊκές περγαμηνές του κέρδισε παμψηφεί τη θέση του Υφηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ποτέ δεν έγινα δεκτός στους πνευματικούς κύκλους της πρωτεύουσας. Επειδή ήμουν από τη Βιζώ, "Τουρκομερίτης". Οι Αθηναίοι με κορόιδευαν.


Κι αντηχούνε στη μαύρη σιγή
Τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια.
(οι δύο στίχοι που προέρχονται από το ποιητικό έργο του Βιζυηνού, επιλέγησαν από τον Παλαμά για να γραφούν στον τάφο του)

Από μικρός έγραφε ποιήματα. Δύο φορές τιμήθηκε με πρώτο βραβείο στο μεγάλο ποιητικό διαγωνισμό των ημερών του τον Βουτσιναίο.

- Βραβευθήκατε όμως σε δύο ποιητικούς διαγωνισμούς.
- Αυτό ίσα-ίσα αποτέλεσε έναν λόγο παραπάνω για να χύνουν το φαρμάκι τους οι διανοούμενοι της Αθήνας.

Γύρω στα 30 του χρόνια δοκιμάζει να γράψει και διηγήματα που αναγνωρίζονται από την πρώτη στιγμή σαν μικρά αριστουργήματα. Όμως ο δρόμος προς την ευτυχία ήταν γεμάτος εμπόδια. Μια μερίδα αθηναϊκών κύκλων με επικεφαλής το Ροΐδη δεν μπορεί να δεχτεί τις καινοτομίες που φέρνει.

Έχω εδώ ακόμη τα αποκόμματα των εφημερίδων της εποχής. Να τι γράφει για μένα το "Μη χάνεσαι".
- Η κατοπινή πολιτική εφημερίδα Ακρόπολις.
- Ακριβώς.
- Εάν σας ενοχλεί μη μου το διαβάζετε.
- Τίποτα πια δεν με ενοχλεί. Αφού κατάφεραν να με κλείσουν στο Δρομοκαΐτειο, αφού τρελάθηκα δηλαδή...
...Θέλω να σας διαβάσω μερικά απ` όσα έγραψαν πριν με στείλουν στο Δαφνί. "Δυστυχώς ο κ. Βιζυηνός είναι γεννημένος για να παιξει ρόλο επαίτου", "...από των γραμμάτων πρέπει επιτέλους να κτυπηθεί δεδομένου ότι Βιζυηνών υπάρχει αρμαθιά".

Την αρχή την είχαν κάνει ο Σουρής και ο Ροΐδης. Όπως είχα κερδίσει τους δύο πανεπιστημιακούς ποιητικούς διαγωνισμούς, ο Σουρής τον "Κόδρο" μου τον έγραψε "Κορόιδο" και ο Ροΐδης για την ποιητική μου συλλογή "Άρες μάρες κουκουνάρες" που μεταβαπτίσθηκε σε "Βοσπορίδες αύρες" (κατά το "Ατθίδες αύρες" που υπήρξε η πρώτη βραβευμένη ποιητική συλλογή μου στο Βουτσιναίο διαγωνισμό), έγραψε:
"Η αιτία δι` ην αναβάλλεται επ` άπειρον η ανάγνωσις της εκθέσεως του ποιητικού διαγωνισμού είναι ότι εις των κριτών επιμένει, ενώ υπεβλήθησαν εφέτος και ποιήματα, να βραβευτεί αντ` αυτών στιχούργημα τι επιγραφόμενον "Άρες μάρες κουκουνάρες" και συντεθέν υπό τινος ταβερνιάρη, μνηστήρος της υπηρετρίας του εν λόγω κριτού, εις ην οφείλονται διετείς μισθοί".

Αλλά και ο ίδιος δεν ξεπέρασε ποτέ το στίγμα που του άφησε η παιδική του ζωή. Αυτή που περιγράφει στα διηγήματά του. Ήταν πάντα το "αδικημένο", αυτός που πρόσφερε αγάπη χωρίς να βρίσκει ανταπόδοση. Η αγάπη, ο έρωτας , υπήρξε μοιραίος για το Βιζυηνό. Ερωτεύτηκε παράφορα την δεκατετράχρονη Μπετίνα Φραβασίλη, σε ηλικία 43 ετών. Με την ψυχή κομματιασμένη οδηγήθηκε στο Δρομοκαΐτειο. Εκεί έσβησε στις 15 Απριλίου του 1896 "συνεπέια μαρασμού".

Αφού με τρέλαναν, ήθελαν να εξαγνιστούν και να με παρουσιάσουν ως θύμα του έρωτά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου